Σάββατο, Σεπτεμβρίου 16

Βακχικός ύμνος

Στις λόχμες
του Μουσόθρεφτου Ελικώνα
κοράσια σμίγουνε
με Σάτυρους παχύμαλλους.
Πνοές ηδονικές,
παθιάρικες
βάφουν καταπράσινο τον άνεμο
που τρέμει σύγκορμος
στις φυλλωσιές της Πάρνηθας
της ποθοκρατορίσσης...
(Δάκρυ χαράς
χαμόγελο θλίψης
χερουβείμ που φτερουγίζουν
σε ουράνια διάσελα)
Λευκά πουλιά
φτερίζαν γύρω της οι ελπίδες
κι η προσμονή της ηδονής
αρμένιζε
στους αλαβάστρινους μηρούς της
όνειρο σάρκινο,
συμπυκνωμένος Έρωτας
σαν Αφροδίτη φάνταζε
κι έκλεινε
στ’ απαλά τα στήθια
της πυράνασσας θεάς τη λάβα...
(Ψελίσματα προσευχής
στεναγμός ικεσίας
στο σκότος φεγγίζουν
μονοπάτια ουράνια)
Με το δριμύ κρασί
του φρενιασμένου Έρωτα
άντρες να κυνηγούν
μαινόμενοι στα δάση
τις λαμπαδόχυτες
ασπρόκορφες παρθένες.
Πίνουμ’ εμείς
με ρουφιξιές γιομάτες
τον έρωτα τον γητευτή
που ο Διόνυσος τρυγάει το μεσημέρι....
Και στήνουμε
-βουκόλοι ανταριασμένοι-
χορούς παγανικούς
στης Γκιώνας τα λαγκάδια
και αγκαλιά βαριοκοιμόμαστε
με Σειλινούς,
με Βάκχους
και Βακχίδες...
(Φιλί λυγμικό
ψιθυρόσυρτο χάδι
δροσιά που αναβλύζει
από θεών κεφαλόβρυσο)
Όνειρο ... τις νύχτες να κοιμόμαστε
σε πλατανόφυλλους δρυμούς,
νεραϊδογέννηδες
σιμά σε κεφαλόβρυσα αφρισμένα
σε μαγισσών σπηλιές
του Πάνα ν’ αρπάζουμε
τον παθιασμένο αυλό
κι έξαλλοι
στο κυνήγι των Νυμφών
να επιδοθούμε...
Σάτυροι κερασφόροι,
χνουδομπράτσωτοι
να στήνουμε παράφορους χορούς
τα τύμπανα χτυπώντας
και τα ντέφια
αμέρωτα να δίνουμε φιλιά
σ’ αράθυμες Βακχίδες...
(Ελπίδες διάπυρες
αστραπές οραμάτων
ύλη που ντύθηκε πνεύμα
στου χάους τα δώματα)
Όπου σπηλιά
και λάκκα
και θαλάμι
να γέμουμε τα διάσελα
με λάγνους στεναγμούς
όλοι να νιώσουμε
τον οργασμό της φύσης
την ηδονή του μέγα Πόθου
με τα σουραύλια των ανέμων
που κόρφους τροφαντούς
γυμνώνουν των Μαινάδων...
(Μεθύσι ηδονής
σπαρτάρισμα πόθου
ζωή που χορεύει
πέρα απ’ τον θάνατο)
Όταν από την Κύπριδα
βυζάξουμε το μέλι
και γλυκαθούν χείλη,
βουβώνες,
κόρφοι,
όταν ποτίσουμε το σώμα μας
με τους χυμούς
του ποθητού συντρόφου,
τότε ας δώσουμε
τον οβολό στον Χάροντα...
τίποτα πια δεν θα μας νοιάζει...