Τρίτη, Ιανουαρίου 30

Ανωνύμου του Έλληνος "Κωνσταντίνος Πηγμαλίων" (Β)

Ήταν κι΄εκείνη η αλλόκοτη μορφή που ήταν μπροστά του τρισδιάστατη: Γρ. Μπιθικώτσης, ξερακιανός, ρυτιδιασμένος βαθιά, σα σταφίδα, μορφή εντελώς ξένη για το αποστειρωμένο περιβάλλον του Κωνσταντίνου. Και ο άλλος, ο μαυροφορεμένος – τον έλεγαν Μίκη Θεοδωράκη, ν΄απλώνει τις φτερούγες του σα σταυραετός, σα να χόρευε πηρρείχιο. Ο παππούς του Κωνσταντίνου ήταν Πόντιος, τον πήγαινε στις Ποντιακές γιορτές όσο ζούσε... Τα λόγια των τραγουδιών, γίνονταν σιγά σιγά πιο άμεσα, πιο επίμονα:

«Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου,
καρδούλα της καρδιάς μου, πουλάκι της φτωχιάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου...
Χείλι μου μοσχομύριστο που ως λάλαγες ανθίζαν
Λιθάρια και ξερόδεντρα κι αηδόνια φτερουγίζαν...
Γλυκιέ μου, εσύ δε χάθηκες, μέσα στις φλέβες μου είσαι.
Γιε μου στις φλέβες ολουνών, έμπα βαθιά και ζήσε».

Το τραγούδι μίλαγε για μια μάνα, ίσως την Παναγιά, που έχασε το παιδί της. Έτσι είπε η φωνή του χάκερ. Ο Κωνσταντίνος έκλαψε. Οσο δεν πρόλαβε να κλάψει όταν ήταν παιδί. Μήπως ήταν και ποτέ του παιδί; Αν ήταν παιδί θα τον φώναζαν Κωστάκη. Οι δικοί του τον είπαν Κωνσταντίνο. Κωνσταντίνο Καραμανλή, Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, Μέγα Κωνσταντίνο, ένα τόσο μεγάλο – τεράστιο όνομα, για ένα τόσο δα μικρό παιδάκι!! Η δικιά του η μάνα, δεν έχασε το παιδί της. Μήπως το είχε ποτέ για να το χάσει; Ο Κωνσταντίνος είχε μάθει από μικρός να μην κλαίει. Δυόμιση χρονών ήταν που έκλαψε για τελευταία φορά. Ήταν ένα από εκείνα τα μαύρα πρωινά. Η μάνα του τον ξύπνησε βίαια. Το σχολικό είχε ήδη φτάσει. Οι γονείς του ακολούθησαν τις οδηγίες του παιδοψυχολόγου, και ενός βιβλίου – manual παιδιών. Τα συναισθήματα του παιδιού τελικά ελέγχθηκαν. Το κλάμα στέρεψε.

Ο Κωνσταντίνος είχε αναστατωθεί. Το μυαλό του γύριζε σα σβούρα. Όρμησε με βία, στο κλειστό δωμάτιο.
Δεν άφηνε κανέναν από τις ψηφιακές παρέες του να μπαίνει εκεί. Ήταν η οικογένειά του εκεί μέσα. Ο Κωνσταντίνος δεν ήταν ούτε ετεροφυλόφιλος ούτε ομοφυλόφιλος. Ήταν α-σεξουαλικός. Θυμάται τη μάνα του σε μια από τις καταπιεστικές της στιγμές να του λέει: «Να βρεις ένα καλό παιδί για να ξεδίνεις που και που. Για γυναίκα ούτε καν που να το σκεφτείς. Ένα μορφωμένο και καλιεργημένο παιδί σαν και σένα δε μπορεί να έχει αυτές τις πρωτόγονες...στήσεις. Αυτά είναι για τους αγροίκους. Δε σε μεγάλωσα εγώ για δαύτες». Ο Κωνσταντίνος ήταν παρθένος. Ούτε καν που μπορούσε να διανοηθεί ότι θα μπορούσε ποτέ να διεισδύσει σε άλλο σώμα. Ο Κωνσταντίνος σε κείνο το δωμάτιο, είχε φτιάξει τη γυναίκα της ζωής του. Την σμίλευε για δύο χρόνια. Της είχε δώσει την τέλεια μορφή. Ένα βράδυ, το γλυπτό ζωντάνεψε. Τα χείλη δεν ήταν ψυχρά. Τα στήθη δεν ήταν γύψινα. Το άγγιγμα των γλουτών, του μετέδωσε ένα πρωτόγνωρο αίσθημα. Του σηκώθηκε! Της έκανε έρωτα μέχρι το πρωί. Έγινε η γυναίκα του. Η πραγματική του γυναίκα. Όχι όπως εκείνη η πουτάνα, που τηλεφωνούσε που και που στη δουλειά του, τάχα. Ήταν κάτι που το συνήθιζαν οι α-σεξουαλικοί μάνατζερ της Ανατολικής όχθης.. Μετά από μήνες, ήρθε και ο γιός του. Τον έβγαλε Κωστάκη.
Όρμησε στο δωμάτιο με βία. Το γλυπτό ήταν κρύο, γύψινο, ανέκφραστο. Ο Κωνσταντίνος, πήρε το σφυρί και το έκανε κομμάτια. Πήρε τον Κωστάκη στην αγκαλιά του. Άνοιξε το παράθυρο. Βούτηξε στο κενό. Πέταξε μακριά. Ίσως να έφτανε και μέχρι τη Δυτική όχθη. Αγκαλιά με τον Κωστάκη...

3 σχόλια:

candy's τετραδιάκι είπε...

Aνατριχιαχτικο!
Τοσο μα τοσο ανθρωπινο!

ATHENA είπε...

PAAAARA POLY MOY ARESE

ANONYME RIKSE KARVOYNO LEME!!!

maika είπε...

με μπέρδεψες πάλι...
μ΄αρέσει όμως αυτό!
καλημέρα!