
Ο Σπιθάρας κορόιδο δεν ήταν! Καταλάβαινε πως «τα πιτσιρίκια είναι λεφτά» ... και το «σπίτι» της Φωφώς είχε ανάγκη για νέο εμπόρευμα ...
«Όμορφος είμαι» λέει «παρουσιαστικό έχω, λέγειν να φαν κι οι όρνιθες, γιατί να μην ξελογιάσω και πέντε πιτσιρίκες να κάνω τη δουλίτσα μου...».
Η μικρή Καντούλα, μόλις είχε έλθει απ’ το χωριό της, τι να ξέρει τώρα μικρό παιδί με τα στηθάκια του τουρλωτά και τα μαγουλάκια του τριαντάφυλλα, από σωματεμπορίες και πονηρά;
Έβγαινε η μικρά στο παράθυρο τ’ απογεύματα και μιξογάμπριζε ... γελάκια στ’ αγοράκια και τα λοιπά, έτσι βλέπετε τα μαθαίνουνε τα κορίτσια στα χωριά τους, να βρούνε ένα σερνικό να τον ρίξουνε στην κουκούλα, να κολλήσουν κοριούς κοντά του...
Τόδε ο Σπιθάρας το πιτσιρί, μεγαλείο εμπόρευμα, άρχισε την πολιορκία! «δεσποινίς το οποίον τα μάτια σας» και «τι ωραία που τα λέτε στο μπλογκί σας» και τέτοια ... πολύ θέλει;
Το οποίον, αρχίσανε με το μαλακό κάτι "ψου" και κάτι "μου" στις γωνιές, ήταν κι αυτό άβγαλτο, κάτι φιλάκια, την πήρε μια, την πήρε δυο, την τρίτη τό ριξε κανονικά το μικρό ο Σπίθας και τόδε μετά πού βαλε τα κλάματα και τον έριξε τον σπόρο:
- Καλά ντε, πώς κάνεις έτσι; Εγώ θα σε πάρω!
Χλαπ! την κατάπιε τη χήνα με την ουρά η Καντούλα, στέγνωσε, και τον φωνάζει πια ... «αραβωνιάρη της»!







