Κυριακή, Σεπτεμβρίου 12

Μπουρδελότσαρκες Η' (Αβάνα - Χταπόδι στα κάρβουνα) - Αφιερωμένο στην Κατερίνα...

Χρειαζόμουν επειγόντως απομόνωση. Έπρεπε να ξεφύγω για λίγο από έγνοιες κι από γυναίκες...
Έστησα τη σκηνούλα μου σε μια περιοχή ήσυχη, μακριά απ' τα μπαρ, τα ξενοδοχεία και τους θορύβους.
Στα πεντακόσια μέτρα ένας ντόπιος είχε φτιάξει μια παράγκα, κάτι σαν καντίνα. Πάνω στην άμμο είχε βάλει ψάθινες καρέκλες και κάτι σαν τραπεζάκια, φτιαγμένα από κορμούς δέντρων.
Εντελώς ξαφνικά, ή, τουλάχιστον, έτσι μου φάνηκε, εμφανίζονται τρεις κοπέλες που λικνίζονταν στους ρυθμούς ρέγγε που έβγαινε από αόρατα μεγάφωνα στο εσωτερικό της παράγκας. Ήταν μαυρούλες και λαχταριστές...
Κάθισα σε μια καρέκλα κι αγνάντευα τη σκοτεινή θάλασσα. Κάπου απέναντι ήταν το Μαϊάμι.
Το σάντουιτς με τυρί και σαλάμι ήταν υποφερτό. Αλλά η μπύρα χλιαρή, αφού δεν υπήρχε ψυγείο λόγω έλλειψης ηλεκτρικού...
Πάλι ξαφνικά με πλησιάζει ένας νεαρός μαυρούλης μαζί με μια απ' τις κοπέλες που χόρευαν.
"Θέλεις γυναίκα;"
Η κοπέλα φορούσε λευκό κολλητό παντελόνι και λευκό πουκάμισο χωρίς σουτιέν. Τα χείλη της θύμιζαν άγουρες φράουλες. Οι θηλές της τέντωναν το ύφασμα και πρόβαλλαν στητές σαν κάνες περιστρόφου! Είχα να πάω με μαύρη απ' την Αθήνα. Οι καλύτερες έκαναν πιάτσα στην Κολλιάτσου...
"Ναι!"
Εκείνος κάτι της είπε στη γλώσσα της κι έφυγε. Η κοπέλα έκατσε δίπλα μου με το βλέμμα στραμμένο στον ορίζοντα. Είχε γνωρίσει αρκετούς Έλληνες. Ήταν εύθυμοι και πλακατζήδες!
Παρήγγειλα μια μπύρα για πάρτη της.
Το δέρμα της ήταν απαλό και μοσχοβολούσε. Ανέδυε ένα άρωμα φυκιών και πεύκου. Της φίλησα τον καρπό της και με κοίταξε τρυφερά...
Είχε γνωρίσει άντρες κάθε εθνικότητας. Παρήγγειλα κι άλλη μπύρα.
Κανονίσαμε να πάμε πιο πέρα. Είχε το δικό της στέκι. Μια λακκούβα που την έκρυβαν κάτι θάμνοι.
Την πλήρωσα προκαταβολικά κι έβαλε τα λεφτά στην τσέπη του παντελονιού της.
Γύρω μας ακούγονταν αναστεναγμοί και φωνές. Κάποιοι είχαν προηγηθεί. Οι άλλες δυο κοπέλες δεν φαίνονταν πουθενά...
Γδυθήκαμε και ξαπλώσαμε στη λακκούβα.
Η σάρκα της ήταν σφιχτή. Της άνοιξα τα πόδια και τη χάιδεψα κάτω απ' την κοιλιά. Υγρές σταγόνες κόλλησαν στα δάχτυλά μου...
Κι ύστερα κάτι έγινε και χάλασε η μαγεία!
Εμφανίστηκε ο νεαρός που την έφερε και κάτι της είπε. Μιλούσαν έντονα. Εκείνη άρχισε να ντύνεται βιαστικά.
"Ποιος είν' αυτός;", τη ρώτησα.
"Ο αδελφός μου!"
"Και τι συμβαίνει;"
"Η αδελφή μου", είπε με λυγμό, "την μαχαίρωσε έναν Μεξικάνος πελάτης της!"
"Πού;"
"Σε μια λακκούβα πέρα από δω"
Σκέφτηκα να ζητήσω τα λεφτά μου πίσω, μα δεν το έκανα.
Ντύθηκα και τράβηξα προς τις ψαροταβέρνες.
Γούσταρα να φάω χταπόδι στα κάρβουνα. Να πιώ και κάμποσο ρούμι. Για να χωνέψω το χταπόδι και το φιάσκο.
Απόψε δεν με ήθελε...

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 10

Τ' αλάνια του Περαία ΣΤ' (ιστορίες αληθινές, χωρίς αρχή και τέλος) - Ραντεβού θανάτου...

Στο χορτάρι "καθαρίζουν" οι παιχταράδες μας!
Έξω, όμως, είναι δικιά μας υπόθεση!
Πρέπει απόψε να κάνουμε το καθήκον μας. Ν' αποδείξουμε πως είμαστε πιο μάγκες. Πως η φήμη μας δεν είναι τυχαία. Πως είμαστε οι καλύτεροι και δεν κάνουμε με τίποτα πίσω. Θα προσθέσουμε μια ακόμα ένδοξη σελίδα στην ιστορία μας...
Θα καταριούνται την ώρα και τη στιγμή που πέρασαν απ' τα Τέμπη.
Πέρσι, τα δικά μας πούλμαν τα σταμάτησαν οι μπάτσοι λίγο έξω απ' την Κατερίνη. Μέχρι και τα σώβρακα μας ανάγκασαν να βγάλουμε! "Παιδάκια" είμαστε να κρύψουμε τα "χόρτα" στον κώλο μας ή τους σουγιάδες στην κάλτσα;
Το ΄ξεραν οι κωλόμπατσοι, αλλά το ΄καναν επίτηδες. Να μας ξεφτιλίσουν και να μας καθυστερήσουν. Μπήκαμε στη Τούμπα στο 30ό λεπτό...
Απόψε είμαστε καλά προετοιμασμένοι. Προσυγκέντρωση στο Πόρτο Λεόνε. Μηχανάκια, ρόπαλα, γκλοπ κι όλα τα σχετικά.
Αυτή τη φορά δεν θα 'χουμε μαζί μας "άμαχο πληθυσμό". Δεν έχουν θέση ανάμεσά μας όσοι κάνουν πίσω κι όσοι σπάνε μόλις φαν πέντε σκαμπίλια στις κλούβες.
Ούτε τους Αλβανούς θέλουμε, που μαχαιρώνουν τους ξαπλωμένους στο δρόμο.
Όποιος σέβεται τον εαυτό του σέβεται και τον αντίπαλο...
Τα παλικάρια απ' το Βελιγράδι είναι ξηγημένα!
Κάποιοι λένε πως έχουν βάψει τα χέρια τους με πολύ αίμα στη Βοσνία. Οι περισσότεροι ήταν μέλη της παραστρατιωτικής οργάνωσης "Σκόρπιονς".
Σκασίλα μας...


Τρίτη, Σεπτεμβρίου 7

Τ' αλάνια του Περαία Ε' (ιστορίες αληθινές, χωρίς αρχή και τέλος) - Τα κωλομπαριλίκια...

Ένα απόγευμα βλέπει στου Δηλαβέρη ένα παιδί μπουκιά και συχώριο!
- Θες να πάμε για καφέ;
- Ναι...
- Θες να πάμε για κρεβάτι;
- Ναι, αλλά δεν γαμιέμαι!
- Ασ' το τότε...
Αυτά τα τεκνά που κάνουν βίζιτες νομίζουν πως το κάνουν μόνο για τα λεφτά. Όμως το γκεϊλίκι το 'χουν μέσα τους...
Σου λένε "εγώ δεν είμαι γκέι, δεν γαμιέμαι"! Βρε καυλώνεις με τον πούστη ή όχι; Αυτό έχει σημασία...
Τέλος πάντων, τελειώνει αυτό. Κάτι μήνους αργότερα είναι σ' ένα μπαρ στη Φρεαττύδα. Να 'σου πάλι το ίδιο τεκνό. Φαίνεται μαστουρωμένο και δεν τον αναγνωρίζει. Έρχεται κοντά του και του κάνει καμάκι. Αυτός που πριν δυο μήνες τον απέρριψε...
- Μου αρέσεις πολύ, μ' έχεις τρελάνει!
- Τα παιδιά που πάω γω θέλω να τα κάνουν όλα! Τα κάνεις όλα;
- Ναι...
- Ωραία, έλα τότε στις 9 απ' το σπίτι μου...
Ήρθε, μπαίνει μέσα, χαϊδεύονται, καυλώνουν, και μετά από λίγο λέει στο τεκνό:
- Γύρνα!
- Τί γύρνα;
- Γύρνα να σε γαμήσω! Δεν είπαμε ότι θέλω να τα κάνεις όλα;
- Ε όχι κι έτσι...
- Πάρε δρόμο τότε!
Στενοχωριέται, φεύγει...
Μετά από λίγο ξαναρχίζει τα τηλέφωνα.
- Θέλω να 'ρθω τώρα!
Έρχεται, του ανοίγει την πόρτα, τον χαϊδεύει, τον ηρεμεί. Είναι ακόμα παιδάκι 19 χρονώνε. Εκείνος κλεισμένα τα 35. Ο πιτσιρής είχε πάει πέντε-έξι φορές με κοπέλες, αλλά δεν είχε χύσει ποτέ. Μαζί του έχυσε τρεις φορές σερί. Κι έτσι τον καψουρεύτηκε το παιδάκι...
Μείνανε δυο χρονάκια μαζί.
Μια μέρα του λέει:
- Θα ΄ρθει η μάνα μου κι ο αδελφός μου από Αμφιλοχία να με δούνε.
Δεν ήθελε να τους φορτωθεί σπίτι του, αλλά, τέλος πάντων, έρχονται.
"Ο αδελφός μου", του λέει, "μήπως είναι κι αυτός αδελφή;".
Εκείνος τον κόβει... "είναι μια σκέτη, τελειωμένη", του λέει...
Μένουν σπίτι λίγες μέρες. Η μάνα αρχίζει να τον ρωτάει:
- Μήπως βρε συ ο Μιχαλάκης μου είναι λίγο πούστης;
- Λίγο, μισή μερίδα πούστης δηλαδή!
Γυρίζει στο γιόκα της και του κάνει:
- Τι πράματα είν' αυτά; Να γαμάς τα σκατά τα δικά του...
- Και πού ξέρεις πως δεν γαμάει αυτός τα σκατά τα δικά μου; Να το ξέρεις, μ' αυτόν τον πούστη εγώ θα πεθάνω!
Και τη διώχνει...
Δεν του άρεσε να γίνει η αιτία να τσακωθεί μάνα και γιός. Την παίρνει τηλέφωνο και της λέει:
- Καθίστε να πάει 25 και να δείτε που θα παντρευτεί!
- Α, τότε εντάξει!
Κατάλαβες;
Μόνο για τους άλλους ζούνε.
Μόνο αυτό την ένοιαζε...


Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 6

Σελίδες απ' τη ρημαγμένη μου ζωή... (Β')

Θυμάμαι την εποχή που το Δέλτα Φαλήρου ήταν τίγκα στους "αλογομούρηδες"!
Πέντε χιλιάδες "άρρωστοι", ώμο με ώμο, κώλο με κώλο, στριμωχνόμασταν μπροστά στα γκισέ και στο παρακμιακό μπαρ.
Κι όταν η κούρσα "στηνόταν", δεν είχαμε κανένα πρόβλημα να το κάψουμε. Ήταν ωραία εποχή...

Άμα κέρδιζες, πάντα κάποια γυναίκα φρόντιζε να τη γνωρίσεις και το ίδιο βράδυ περνούσατε υπέροχα στο ξενοδοχείο "Ολύμπικο", κοντά στο Καραϊσκάκι...
Πιστεύαμε πως αυτές οι μέρες -κι οι νύχτες- δεν θα τέλειωναν ποτέ! Και γιατί να τελειώσουν;
Ρίχναμε τα ζάρια στις αλάνες, παίζαμε μπουνιές, δόξα και νταηλίκι, ηλεκτρισμός...
Διάολε, η ζωή ήταν ωραία! Όλοι μας ήμασταν άντρες, δεν ανεχόμασταν μαλακίες από κανέναν, και ειλικρινά όλα ήταν πιο όμορφα. Πιοτό και γαμήσι...
Κι ένα σορό φτηνά μπαρ, μπαρ γεμάτα κόσμο. Συζητούσες κι έμπλεκες! Κι αν σε πιάναν μεθησμένο στο δρόμο, σε μπουζούριαζαν μέχρι το πρωί για να ξεμεθύσεις...
Έχανες μια δουλειά κι έβρισκες δέκα. Δεν υπήρχε λόγος να κολλήσεις σ' ένα μέρος. Τι ζωή...
Σήμερα είναι όλα ξενέρωτα. Μέχρι κι ο ιππόδρομος κυριλίκεψε...

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 5

Μπουκόβσκι: η ψυχή του δεν θ' αναπαυθεί αν δεν βρει τον διάδοχο...

Κοιμάμαι μπρούμυτα. Παλιό συνήθειο... Όταν έχεις γνωρίσει τόσες παλαβές γυναίκες, κάτι πρέπει να κάνεις για να προστατεύεις τα γεννητικά σου όργανα!
Ήρθε πάλι στον ύπνο μου...
Κουβαλούσε το θάνατο στην αριστερή του τσέπη. Καμιά φορά τον έβγαζε έξω και του μιλούσε: "Γεια σου δικέ μου, πώς είσαι; Πότε θα 'ρθεις να με πάρεις; Θα είμαι έτοιμος"...
Κάποια στιγμή τον πέταξε στον τοίχο και τον ξανάπιασε στον αέρα καθώς γκέλαρε...
"Ένα πράγμα που δεν αντέχει ο θάνατος είναι να γελάς μαζί του"...
Τελικά, αυτό που είναι τρομερό δεν είναι ο θάνατος. Αλλά οι ζωές που ζουν -ή δεν ζουν- οι άνθρωποι μέχρι να πεθάνουν. Δεν τιμούν τις ζωές τους, τις έχουν για πέταμα, τις ξεχέζουν! Οι χαζομαλάκες!
Είναι τόσο απασχολημένοι στις δουλειές τους, στο πορτοφόλι τους, στο γαμήσι. Τα μυαλά τους έχουν γίνει λαπάς...
Καταπίνουν το Θεό δίχως σκέψη. Έχουν ξεχάσει τι θα πει να σκέφτεσαι. Αφήνουν τους άλλους να σκέφτονατι γι' αυτούς. Οι εγκέφαλοί τους έχουν παπαριάσει. Τους δίνεις την καλύτερη μουσική στους αιώνες και δεν είναι σε θέση να την ακούσουν.
Είναι άσχημοι, μιλούν άσχημα, περπατούν άσχημα...
Οι θάνατοι των περισσότερων ανθρώπων είναι μια απάτη! Γιατί απλούστατα δεν έχει μείνει τίποτα για να πεθάνει...

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 4

Ιδεολογία μόνο για τα "εύκολα";


Απ' το ιστολόγιο "Χαιρετίσματα στην εξουσία"
Ο πρωθυπουργός μας συνηθίζει να δηλώνει πως "τα μέτρα που λαμβάνονται είναι εκτός της ιδεολογίας και της φυσιογνωμίας μας, αλλά είναι έκτακτα".
Όταν κάποιος δηλώνει πως η ιδεολογία του είναι αντίθετη με τη λήψη αναγκαίων μέτρων σε περίοδο κρίσεως, ουσιαστικά αναγνωρίζει πως η ιδεολογία του είναι περιορισμένη ως προς τη γκάμα των προβλημάτων που μπορεί να αντιμετωπίσει.
Το ζήτημα είναι γενικότερο και αφορά, νομίζω, ολόκληρη την αριστερά: πόσο χρήσιμη μπορεί να είναι μια ιδεολογία που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει οριακές καταστάσεις;

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 2

Όταν "πατήσω" τα 90...


Η μικρή υπηρετριούλα απ' τη Μανίλα θα ξεσκονίζει αθόρυβα και θα τριγυρνάει στο σπίτι ξυπόλυτη για να μη μ΄ενοχλεί σα διαβάζω.
Θα τη βλέπω τυχαία σκυμμένη στη λεκάνη, με μια φουστίτσα αρκετά κοντή για να αποκαλύπτει τις καμπύλες της.
Θα της σηκώνω τη φούστα, θα κατεβάζω το βρακάκι μέχρι τα γόνατα και θα προσπαθώ να την πάρω από πίσω!
"Αχ κύριε, αυτό δεν φτιάχτηκε για να μπαίνεις αλλά για να βγαίνεις"...
Στα νιάτα μου είχα τη φήμη πως έκανα και τις μουλάρες να τραγουδάνε...
Το βράδυ, πριν πάω στο κρεβάτι κοιτάχθηκα για λίγο στον καθρέφτη του νιπτήρα. Το ψωράλογο που με κοίταξε απ' την άλλη πλευρά δεν ήταν ούτε πεθαμένο ούτε θλιμμένο. Είχε μόνο ένα προγούλι σαν του Πάπα, πρησμένα βλέφαρα κι αραιές αλογότριχες...
Ως τώρα τα μπορδέλα ήταν για μένα ό,τι πιο κοντινό υπήρχε στον παράδεισο. Κάναμε έρωτα μισοντυμένοι και πάντα στο σκοτάδι, για να φανταζόμαστε τους εαυτούς μας καλύτερους!
Απόψε θ' ανακαλύψω την απίθανη ηδονή να παρατηρώ το γυμνό σώμα μιας κοιμισμένης γυναίκας χωρίς τη βιασύνη του πόθου ή τις αναστολές της ντροπής...
Ήταν ξαπλωμένη με την πλάτη γυρισμένη στην πόρτα. Στράφηκε και με κοίταξε πάνω απ' τον ώμο της. Το δωμάτιο ήταν πλημμυρισμένο απ' τη μυρωδιά της. Γύρισε μ' ένα σκέρτσο γαζέλας και μου έδειξε όλο το κορμί της. Δεν ήταν εντελώς γυμνή. Φορούσε ένα μικρό βραχιόλι στον δεξιό καρπό της...
Είχε μάτια αγριόγατας. Ένα σώμα προκλητικό τόσο με τα ρούχα όσο και γδυτή - δεν το έχουν όλες αυτό το προσόν.
Στο ράδιο θα παίζει η σονάτα νούμερο ένα για βιολί και πιάνο του Μπραμς. Κι εγώ θα ρουφώ κάθε εκατοστό της επιδερμίδας της. Καθένα θα 'χει διαφορετική θερμοκρασία και ιδιαίτερη γεύση. Και ένα νέο βογκητό θ' αντηχεί από μέσα της σαν άρπα. Με τις ρόγες της να λουλουδιάζουν χωρίς να τις αγγίζω...
Άρχισα να το συνειδητοποιώ: από δω και πέρα θα προσπαθούσα να ξαλαφρώσω με οποιαδήποτε πρασινομάτα τσούλα έβρισκα στο δρόμο μου...