Κυριακή, Φεβρουαρίου 25

Οπτασία...



μεσάνυχτα..
λαχτάρα για άγγιγμα,
κι η φωτιά να πέφτει
από τον ουρανό βροχή.
Διαβαίνω πέρα,
απ'τ'όνειρο πιο πέρα,
φλογισμένη.
Σέρνω τις ώρες μου
σ'άμαξα πυρωμένη.
Παίζω και γελώ με τους αγγέλους.
Μυρίζουν τ'άρωμά μου,
κι έρχονται κοντά μου.
Τους δίνω νερό
στη φούχτα μου να πιουν,
π'αντλώ απ'την πηγή
της οπτασίας...
Κι έρχονται χιλιάδες
χρυσαλίδες μευθυσμένες
να παίξουν με των αγγέλων τα φτερά
Τους φιλούν οι παιχνιδιάρες στο στόμα
να ξεδιψάσουν τάχα...
Δε ζηλεύω...
Εγώ σκύβω και φιλώ
έναν άγγελο μονάχα,
π'άφησαν αφίλητο
και μοναχό...


Παρασκευή, Φεβρουαρίου 23

Η πρεζού...


Τη γνώρισε στη Σόλωνος, απέναντι απ' τη Νομική, έξω απ' τον "Γρηγόρη". Εκεί έκανε πιάτσα! Ήταν μόνο είκοσι χρονών αλλά φαίνονταν για πολύ μεγαλύτερη. Και ρούφαγε οτιδήποτε κυκλοφορούσε σε σκόνη...

Μερικές φορές την έπαιρνε σπίτι του. Συζητούσαν σα φιλαράκια. Εκείνος την κέρναγε ουισκάκι και την τάιζε με το ζόρι ... δύο μπουκιές... σπάνια έτρωγε.

Λέγανε για ποίηση, για λογοτεχνία... Πουτάνα διαβασμένη και ψαγμένη, σπάνιο πράγμα... Μιλάγαμε για Μπάροουζ, για Καβάφη, για Μπλωνταίρ, για Μπουκόφσκι... όλους εκείνους τους τρισκατάρατους που είχαμε για πρότυπα.

Σπίτι υπήρχε μια μεγάλη βιβλιοθήκη. Εκστατική καθόταν και τη χάζευε σαν παιδάκι, ώρα πολλή. Εκεί είδε τον Έρνεστ! Χοροπήδησε. "Α! Έχεις και τον Έρνεστ βλέπω! Είναι ο καλύτερός μου, τι άντρακλας, τι συγγραφέας!".

"Έρνεστ" φώναζε τον Χέμινγουεϋ. Λες και τον ήξερε από παλιά. Έκοβε φλέβες για πάρτι του. "Τι άντρας! Τι γαμιάς! Τι συγγραφέας!" Έβγαλα το βιβλίο, της το χάρησα. Δεν θυμάμαι πια τον τίτλο. Έπεσε πάνω μου, μ' έλειωσε στα φιλιά.

- Δεν πάμε να ξαπλώσουμε αγαπούλα;

Είχα σκυλοκαυλώσει...

- Δυο λεπτά να "γίνω" κι έρχομαι...

Εκεί αρχίζανε τα σπαστικά. Να φέρω το κουτάλι, το ξινό, να ωρύεται ότι την έριξε ο ντίλερ, να βράζει τη βρωμόσκονη, να οπλίζει το βελόνι και μετά άντε να βρει τη φλέβα... Είχανε μείνει κάτι γαλάζιες εύθραυστες κλωστίτσες... δεν αντέχανε άλλο βελόνι!

"Ψώνιο!" φώναζε τελικά όταν βάραγε το σουτ κι έτρωγε το φλασάκι. Μάτια μισόκλειστα, ακόμα πιο χλωμή.

Τότε την έπαιρνε αγκαλίτσα στο κρεβάτι...

....

Το γαμήσι ήταν πάντα επεισοδιακό. Μερικές φορές, όταν είχε κέφια και συντονιζόντουσαν, ήταν εκπληκτικό. Τον σπιρουνίζανε τα πόδια της και του κατέβαζε την πλάτη του λουρίδες!

Καυλιάρα, εκρηκτική, υγρή φωτιά στην αγκαλιά του. Τα κορμιά τους κλείδωναν το ένα μέσα στο άλλο και χανόντουσαν. Δεν παίρνανε ποτέ καμία προφύλαξη, τα κάνανε όλα δίχως προφυλακτικό... έτσι τη βρίσκανε!

ένα ποστ αλλιώτικο απ'τ'άλλα μου...



...μου τηλεφώνησε ο καλός μου. Τις τελευταίες μέρες σιωπά κι απέχει!


μα έλα,


του λέω,


μα όχι,


μου απαντά.


μα γιατί;


του ξαναλέω


μα διότι έχω άλλες...


α...κάνω εγώ


με την ευχή μου λοιπόν!


.....και καλά το έπαιξα θιγμένη.


πού να ξερε ο χριστιανός ότι εάν νομίζει πως με λένε "πηνελόπη" γελιέται...
"όξω, αλλού τρως. όξω αλλού πίνεις όξω αλλού τρως αλλού πίνεις αλλού πας και το δίνεις"!


γι αυτό κι εγώ πάω να κάνω το ντουζάκι μου και να ετοιμαστώ για...

να αφήσω τα αποτυπώματα των κόκκινων χειλιών μου αλλού!!!!!

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 22

ο άλλος...του διαλόγου μου


Χάιδευα με την αφή της ομιλίας μου

το πρόσωπό του.

΄Ωσπου ανεπαίσθητα εκείνο χάθηκε

μέσα στη νύχτα.


Κι έμεινα δίχως συνομιλητή

κι έμεινα μόνη δίχως να το ξέρω

κι έμεινα μόνη συνεχίζοντας

να του μιλάω...

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 21

Τα αθώα μάτια...

Το σώμα της νεκρώθηκε
σαν έβαλε τα μαύρα.
Πέρασαν χρόνια
για να αισθανθεί
τ' άσπρα μέλη της πιο επικίνδυνα
μέσα σ' αυτό το χρώμα...

Ύστερα ήρθαν πράγματα
περισσότερο επείγοντα:
η κόρη που μεγάλωνε,
το σπίτι,
το ψωμί...

Τώρα που βλέπει προς τα πίσω
με τρόμο αναρωτιέται
πώς της έφυγαν τα χρόνια.
Σήμερα, μάλιστα,
που ήρθαν και της είπαν
πως όσα δεν έζησε αυτή
τα χαίρεται κρυφά η κόρη της
-η κόρη των δεκαεπτά χρονών-
με τα αθώα μάτια...

Τρίτη, Φεβρουαρίου 20

εξ
ουρανού
κατέβηκε στη γη
αδαπάνητη ψυχή
για μένα!
την πήρα στα χέρια
μου
και την ενθρόνισα
στου πάθους μου τ' ανάκτορο
βυσσινιές, βελούδινες
κουρτίνες,
ολόχρυσα ανάκλιντρα
και κρυσταλλένιες λάμπες
στο βασίλειό
μου!
έξω απ'το χρόνο,
κει που βασιλεύουν
όλων τα όνειρα
Δαπανιέται
τώρα.
Ήρθε η ώρα.
Ω, ψυχή αγγελική,
μέλι με κερνάς
πίνω και
μεθώ
κι εκστασιάζομαι!
ω, Ψυχή μου!
Καταφυγή
μου...



Σάββατο, Φεβρουαρίου 17

Το μεταξωτό κιλοτάκι...

Είχαν αποφασίσει να χωρίσουν. Δηλαδή, δεν «αποφάσισαν» ακριβώς… εκείνη το είχε αποφασίσει!
Ο τύπος ήταν ρομαντικός ιππότης του παλιού καιρού, ευαίσθητος, ποιητής, τη γέμιζε λουλούδια και χειροφιλήματα! Αλλά ταυτόχρονα ήταν εφιαλτικά χυδαίος και αφάνταστα σκληρός. Δεν μπορούσε ν’ αντέξει μια τόσο αντιφατική κατάσταση. Και σήμερα το πρωί του το πε ξεκάθαρα. «Αποφάσισα να χωρίσουμε!».
Εκείνος το αντιμετώπισε, όπως πάντα, με αινιγματική ψυχραιμία. Προσφέρθηκε μάλιστα να της κάνει το αποχαιρετιστήριο τραπέζι στην ταβέρνα που τους άρεσε…
Είχαν μόλις τελειώσει το φαγητό όταν εκείνος την κοίταξε σοβαρά. «Θέλω να μου κάνεις μια χάρη» της είπε.
«Τι θέλεις, δηλαδή;» τον ρώτησε εκείνη ανήσυχη. Τον ήξερε πλέον αρκετά. Μες την παραφορά του ήταν ικανός για όλα. Το έδειχνε η γυαλάδα του ματιού, το πορφυρό του λάγνο πρόσωπο…
- Μην τρομάζεις… απλά ποθώ ένα ενθύμιο δικό σου, ένα σουβενίρ… όπου κι αν πάω να το χω συντροφιά μου…
- Ενθύμιο; Τι ενθύμιο δηλαδή;
- Ένα ρούχο σου ποθώ απελπισμένα…
- Τι ρούχο βρε … , μ’ έσκασες… λέγε, τι εννοείς;
- Την κιλότα σου…
- Την κιλότα μου; Μα τι λες τώρα; Τι να το κάνεις το βρακί μου; Επικοινωνείς;
- Απόλυτα! Αφού δεν μπορώ να έχω εσένα ας έχω αυτό τουλάχιστον! Αυτό του ρούχο που χαϊδεύει τα μυστικά σου σημεία, που φιλάει την ουσία της θηλυκότητάς σου, που εκπέμπει την πνοή του σώματός σου, το άρωμα των χυμών σου… ποτισμένο από σένα! Πες με ανώμαλο, ό,τι θες… μονάχα δως το μου. Να, κοίτα…
Της έδωσε ένα τσαντάκι πού χε εκεί, κοντά του. Εκείνη το άνοιξε, κοίταξε μέσα… ένα κιλοτάκι δαντελωτό, ολοκαίνουργιο…
- Θα πρέπει να σου κάνει… είναι για σένα… πήγαινε σε παρακαλώ στην τουαλέτα, βγάλε το παλιό, τρίψτο καλά πάνω σου, βάλ το στο κουτάκι και φόρα το καινούργιο…
Εκείνη κάπου συγκινήθηκε. Να ζητιανεύει το βρακί της κοτζάμ άντρας… «Άντε, θα σου το κάνω το χατίρι» είπε τελικά. Σηκώθηκε, πήγε στην τουαλέτα και γρήγορα επέστρεψε γελαστή.
Εκείνος είχε ήδη πληρώσει το λογαριασμό. Πήρε το κουτάκι και κατευθύνθηκε προς την τουαλέτα. Σε πέντε λεπτά επέστρεψε, της κράτησε να βάλει το παλτό και κίνησαν για το αυτοκίνητο.
Εκείνη έδειχνε να νιώθει περίεργα.
- Βρε …, πες μου κάτι σε παρακαλώ πολύ. Τι θα το κάνεις το βρακί μου, θα μου πεις;
- Θα το φοράω και θα σε θυμάμαι όταν θα κάνω πεζοδρόμιο στη Συγγρού! Το χα από μικρός απωθημένο να εκδοθώ, να δω πώς είναι…
- Έλα, άσε τ’ αστεία, λέγε τώρα… Γιατί το πήρες μαζί σου στην τουαλέτα; Λέγε!
Εκείνος, χωρίς να πει τίποτα της έδωσε το κουτάκι. Το άρπαξε γεμάτη περιέργεια… το άνοιξε άτσαλα κι έμεινε να κοιτά αποσβολωμένη! Το κιλοτάκι της, μαύρο, μεταξωτό, ήταν τυλιγμένο στοργικά γύρω από ένα τριαντάφυλλο! Το μπουμπούκι κατακόκκινο να εξέχει. Τ’ αγκάθια, όμως, του κοτσανιού είχαν τρυπήσει τις πτυχώσεις του υφάσματος. Και οι οσμές του σώματός της έσμιγαν με την ευωδιά του ρόδου! Μια μυρωδιά παράξενη, γλυκόξινη, δυσάρεστη κι ευχάριστη μαζί… μπλεγμένη οσμή, σαν τη ζωή. Ηδονή και πόνος σφιχταγκαλιασμένα, σάρκα κι ουρανός συμφιλιωμένα, δάκρυ και γέλιο αδελφωμένα…
Τον κοίταξε στα μάτια… Εκείνος, σα να μίλαγε σε κάποιους αόρατους περαστικούς, ψιθύριζε…
- Έτσι πρέπει να ναι το περιτύλιγμα του σώματος και τ’ άνθος της ψυχής σε συνουσία! Το καλό τρυπάει το κακό, η ομορφιά την πλάνη, ο έρωτας το θάνατο… Κόκκινο-μαύρο, αίμα και σκοτάδι, φως και κλάμα! Έτσι πάει η ζωή μας τελικά…
Και φίλησε γλυκά τα δύο ανόμοια που χαν σμίξει αδελφωμένα!
Κι εκείνη τον κοιτούσε σα χαζή…