Τετάρτη, Φεβρουαρίου 14
Δευτέρα, Φεβρουαρίου 12
Παίρνω τη Σνουπίτσα μου και πάω Κορέα!

Η ιδανική χώρα για ερωτευμένους είναι η Νότια Κορέα. Όχι μία, ούτε δύο αλλά 21 ημέρες του έτους είναι αφιερωμένες σε εκείνους. Λοιπόν, έχουμε και λέμε:
- 14 Ιανουαρίου είναι η «Ημέρα του Ημερολογίου». Οι ερωτευμένοι δωρίζουν μεταξύ τους ημερολόγια για να σημειώνονται οι σημαντικότερες ημέρες της σχέσης τους!
- 14 Φεβρουαρίου είναι η γνωστή σε όλους μας γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου. Την ημέρα αυτή οι γυναίκες δωρίζουν στους καλούς τους σοκολάτες. Οι τελευταίοι ανταποδίδουν ακριβώς έναν μήνα αργότερα, τη λεγόμενη «Λευκή Ημέρα»!
- 14 Απριλίου, είναι η «Μαύρη Μέρα», αφιερωμένη στις ψυχές που δεν έχουν βρει ακόμη το «αδερφάκι τους». Τρώνε νουντλς με παχιά, μαύρη σάλτσα και την ελπίδα να βρουν επιτέλους την αγάπη στο διπλανό τραπέζι...
- 15 Μαΐου είναι η «Κίτρινη Ημέρα»: του απολογισμού. Όσοι έχουν βρει το ταίρι τους ανταλλάσσουν τριαντάφυλλα. Οι υπόλοιποι συγκεντρώνονται και παρηγορούνται τρώγοντας κάρι. Στη Ν. Κορέα τα ζευγάρια δεν γιορτάζουν την επέτειό τους μόνο σε χρόνια αλλά και σε ημέρες: 100, 200, 300 και 1000. κι αν δυσκολεύονται στους υπολογισμούς υπάρχουν ειδικές ιστοσελίδες στο Ίντερνετ να τους βοηθήσουν.
Κι αν, καμιά φορά, η πίεση τόσων επετείων γίνεται ασφυκτική, απλά χωρίζουν ... Άνθρωποι είναι κι αυτοί!
Παρασκευή, Φεβρουαρίου 9
Πολιτικό σχόλιο....
Λοιπόν, εκείνος
ο βασιλιάς της Σπάρτης ο Δημάρατος
που καθώς του άρπαξαν το θρόνο
κατέφυγε -ως λεν- θυμωμένος
στην περσικήν βασιλικήν αυλή,
πρώτα του Δαρείου και μετά του Ξέρξη,
δε στάθηκε μονάχα ένας προδότης
μ' ακόμη περισσότερο
υπήρξε ένας μεγάλος βλαξ!
Αν είχε πιότερο μυαλό
θα προτιμούσε νά μενε στη Σπάρτη.
Έτσι δε θα τον μέτραγαν
μήτε οι σύγχρονοι
μήτε οι κατοπινοί του για προδότη.
Κι εξάλλου, μένοντας
στην πατρίδα του τη Σπάρτη
θα μπορούσε -αν το ήθελε-
ακόμη περισσότερο να τη βλάψει!
Ακριβώς όπως το κάνουν
ακόμη σήμερα
και στην Αθήνα και στη Σπάρτη
τόσοι και τόσοι άλλοι...
ο βασιλιάς της Σπάρτης ο Δημάρατος
που καθώς του άρπαξαν το θρόνο
κατέφυγε -ως λεν- θυμωμένος
στην περσικήν βασιλικήν αυλή,
πρώτα του Δαρείου και μετά του Ξέρξη,
δε στάθηκε μονάχα ένας προδότης
μ' ακόμη περισσότερο
υπήρξε ένας μεγάλος βλαξ!
Αν είχε πιότερο μυαλό
θα προτιμούσε νά μενε στη Σπάρτη.
Έτσι δε θα τον μέτραγαν
μήτε οι σύγχρονοι
μήτε οι κατοπινοί του για προδότη.
Κι εξάλλου, μένοντας
στην πατρίδα του τη Σπάρτη
θα μπορούσε -αν το ήθελε-
ακόμη περισσότερο να τη βλάψει!
Ακριβώς όπως το κάνουν
ακόμη σήμερα
και στην Αθήνα και στη Σπάρτη
τόσοι και τόσοι άλλοι...
Πέμπτη, Φεβρουαρίου 8
Γυναικεία φιλία...
"... Τελικά, η φιλία των γυναικών
γεννιέται τα χρόνια της ανιδιοτέλειας,
φουντώνει με την άνθηση των ορμονών,
υποσιτίζεται τον καιρό του έρωτα,
αναβιώνει με την ωριμότητα...
Δεν ξεχνιέται ποτέ, όπως το ποδήλατο και το κολύμπι!"
(Το διάβασα στο βιβλίο της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη "Ψηλά τακούνια για πάντα", εκδ. Ελληνικά Γράμματα)
γεννιέται τα χρόνια της ανιδιοτέλειας,
φουντώνει με την άνθηση των ορμονών,
υποσιτίζεται τον καιρό του έρωτα,
αναβιώνει με την ωριμότητα...
Δεν ξεχνιέται ποτέ, όπως το ποδήλατο και το κολύμπι!"
(Το διάβασα στο βιβλίο της Ιουστίνης Φραγκούλη-Αργύρη "Ψηλά τακούνια για πάντα", εκδ. Ελληνικά Γράμματα)
Δευτέρα, Φεβρουαρίου 5
Αντίο Σίβυλλα...
Σίβυλλα
ψυχή των Δελφών,
σε οραματίζομαι
την ώρα των Χρησμών!
Ωραία,
ψηλόκορμη,
ολόξανθα μακριά μαλλιά...
την ολόλευκη εσθήτα σου
πάνω στο βάθρο,
πανάρχαιη Θεά,
να κατευθύνεις
τις τύχες της ανθρωπότητας...
Δεμένος διαχρονικά μαζί σου,
δέος και σύγκριο
με καταλαμβάνει
σαν ακούω τη φωνή σου
απ' τα βάθη των αιώνων
απόκοσμη,
αργόσυρτη,
επιβλητική...
(Εγώ η Σίβυλλα μιλώ από στόματος Θεού Απόλλωνα...)
Αντίο Σίβυλλα!
Εγώ όσο ζω
θα σε θυμάμαι...
Αλλά πάρτο απόφαση:
πέθαναν -με το Δία μαζί-
όλοι μας οι Θεοί,
σβύσανε απ' τα χρόνια!
Μα ζουν όμως αθάνατοι
μ' ενός Φειδία την πνοή,
τα έργα τους το μαρτυρούν
οράματα αιώνια...
ψυχή των Δελφών,
σε οραματίζομαι
την ώρα των Χρησμών!
Ωραία,
ψηλόκορμη,
ολόξανθα μακριά μαλλιά...
την ολόλευκη εσθήτα σου
πάνω στο βάθρο,
πανάρχαιη Θεά,
να κατευθύνεις
τις τύχες της ανθρωπότητας...
Δεμένος διαχρονικά μαζί σου,
δέος και σύγκριο
με καταλαμβάνει
σαν ακούω τη φωνή σου
απ' τα βάθη των αιώνων
απόκοσμη,
αργόσυρτη,
επιβλητική...
(Εγώ η Σίβυλλα μιλώ από στόματος Θεού Απόλλωνα...)
Αντίο Σίβυλλα!
Εγώ όσο ζω
θα σε θυμάμαι...
Αλλά πάρτο απόφαση:
πέθαναν -με το Δία μαζί-
όλοι μας οι Θεοί,
σβύσανε απ' τα χρόνια!
Μα ζουν όμως αθάνατοι
μ' ενός Φειδία την πνοή,
τα έργα τους το μαρτυρούν
οράματα αιώνια...
Σάββατο, Φεβρουαρίου 3
Γκόμενες... (Α)
Θα ταν 4 με 5 το πρωί.
Ήμουν πάλι λιάρδα απόψε… Ξεκίνησα για το σπίτι μου, αλλά γρήγορα άλλαξα γνώμη. Έπιασα τον εαυτό μου να γουστάρει πήδημα αλλά όχι στις πουτάνες… ήθελε κάτι πιο τρυφερό!
Με τη Νίκη είχα τσακωθεί πριν 20 μέρες. Από τότε δεν είχαμε ξαναμιλήσει. Αλλά και δεν είχαμε χωρίσει οριστικά. Τέλος πάντων… κι αυτή θα είχε ανάγκη απόψε από ένα πήδημα…
Έκανα παράνομη αναστροφή στη λεωφόρο και σε λίγα λεπτά ήμουν έξω από το σπίτι της. Το αμάξι της ήταν παρκαρισμένο στο δρόμο. Ήξερα πως ήταν μέσα….
Παραπατώντας κάπως ανέβηκα κάτι σκαλιά και χτύπησα την πόρτα.
- Ποιος;
- Εγώ αγάπη, άνοιξε, σε θέλω…
- Όχι δεν σ’ ανοίγω, είσαι μεθυσμένος, φύγε..
Εντάξει, δεν είμαι και κανένα υπάκουo παιδάκι… Άρχιζα να χτυπάω με δύναμη την πόρτα και να ουρλιάζω σα δαιμονισμένος. Σίγουρα θα την είχα σπάσει αν δεν άκουγα την κλειδαριά ν’ ανοίγει.
Μπουκάρω μέσα τσαμπουκαλεμένος.
- Γιατί δεν άνοιγες μωρή;
- Δε … δε … σε περίμενα…
- Γαμώ το διάολό μου… με άφησες και ούρλιαζα κι έγινα ρεζίλι στους γειτόνους…
- Ξέρεις … δεν είμαι μόνη σπίτι… έχω παρέα!
- Όπα μας!
- ….
- Τι είπες μωρή πουτάνα, μωρή ξέψωλη, θα σε σκίσω… με απατάς;
Κοιτάζω μέσα στην κρεβατοκάμαρα. Πίσω απ’ την τζαμένια πόρτα φαινόταν μια σκιά. Δεν έβγαινε έξω η παλιόκοτα…
- Ρε μάγκα, πού ρθες να γαμήσεις τη γυναίκα μου, για έβγα έξω να τα πούμε… οι δυο μας… αντρίκια!
Τίποτα… κότα! Το παιζε μουγκός…
Κάνω να μπουκάρω. Η Νίκη προσπάθησε να με συγκρατήσει.
- Όχι, μη μπεις, δεν κάνει…
Τη σπρώχνω μακριά…
- Βγες έξω ρε, αν είσαι άντρας!
Για να μην αντιδρά, σκέφθηκα, θα ναι καμιά κότα και θα τον λιανίσω εύκολα! Αν είναι όμως κανείς απ’ τους πρώην γκόμενους της Νίκης, κάνας αλητόβιος ή σωματέμπορος και περιμένει να μπω μέσα και να μου ρίξει λεπιδιά να μου χυθούνε τ’ άντερα;
Φουσκώνω επίτηδες το δερμάτινο μπουφάν (να με προστατέψει απ’ το μαχαίρωμα) και μπαίνω στην κρεβατοκάμαρα σαν τρελός…
- Πούστη, θα πεθάνεις!
Και μπαίνω μέσα και τι βλέπω μάγκες μου… Στο Θεό σας… Κόντεψα να πάθω εγκεφαλικό… μαρμάρωσα… στεκόμουν και κοιτούσα σα χάνος… δεν πίστευα στα μάτια μου…
Βλέπω ένα κοριτσόπουλο, μελαχρινό, λεπτούλι, σαν τα κρύα τα νερά, κατσαρομάλλικο, γλυκό, δυο μάτια λίμνες «μη με χτυπήσετε», να χει διπλωθεί στο κρεβάτι και να κλαίει τρέμοντας!
Πήγα από πάνω της αγριεμένος.
- Ρε πουτανάκι… ρε παλιολέσβω … που πλακώνεσαι με τη γυναίκα μου… δεν ντρέπεσαι;
- Σας παρακαλώ, μη μου κάνετε κακό! Και δώστου κλάμα…
Μπανίζω το κορμάκι, νεραϊδένιο! Μπανίζω το μουνάκι, γάλακτος! Θολώνω! Τη βλέπω κάπως κτηνώδικα! Να το σκίσω το αγγελούδι! Τον βγάζω έξω, το βλέπει, πάει να φύγει… Την καθηλώνω με τη δύναμή μου, σπρώχνω, προσπαθώ, αντιστέκεται με λύσσα! Της ανοίγω τα μπούτια…
Πάνω στην πάλη νιώθω κάτι σαν τσίμπημα στην πλάτη, σαν τσούξιμο… Δε δίνω σημασία, μα ο πόνος δυναμώνει! Γυρνάω και τι να δω… Τη Νίκη! Είχε αρπάξει το χασαπομάχαιρο, το μάτι της γυάλιζε!
- Πούστη, αν την πειράξεις σ’ έσφαξα, στ’ ορκίζομαι!
Το παίρνω αψήφιστα. Πάω να συνεχίσω… Χραπ, τρώω τη μαχαιριά στην πλάτη… χραπ… τρώω και τη δεύτερη στον ώμο! Ουρλιάζω… πετάγομαι απ’ το κρεβάτι.
- Πούστη, θα σε σφάξω… στό πα!
- Εντάξει… δεν θα την αγγίξω… άσε το μαχαίρι Νίκη…
Οι πληγές δεν ήταν βαθιές. Τις έσφιξα με το πουκάμισο και το αίμα σταμάτησε. Εξουθενωμένος ξάπλωσα στο πάτωμα.
Η Νίκη είχε πάρει την μικρή αγκαλιά… ξαπλώσανε… το μωρό να σπαρταρά σα χέλι.
- Μην κάνεις έτσι αγάπη μου… ο κάφρος δεν θα σε πειράξει…
Και τη χάιδευε, τη φίλαγε, της έλεγε ερωτόλογα, τη στόλιζε φιλιά παντού…
Ήταν τόσο ωραίο αγκάλιασμα, που ζήλεψα πολύ! Είχε μέσα τόση γλύκα, τόση στοργή και τρυφεράδα … δε φαντάζεστε. Την άγγιζε σα να χάιδευε τριαντάφυλλο, σα να γλύκαινε μωρό! Δεν ήταν μόνο ερωτικό άγγιγμα, ήταν τόσο ζεστό κι αληθινό… τόσο ανθρώπινο…
Κι εγώ καθόμουν και τις χάζευα… Πρώτη φορά έβλεπα τη Νίκη σε τέτοια έξαψη.
- Έλα μωρό μου, χάιδεψέ με! Δείξε πώς είναι η αληθινή αγάπη στο γουρούνι που ξέρει μόνο να λέει «γλείψε με, κάτσε να στον βάλω, γύρνα, θέλω κι άλλο…»!
Και της ρίχνει ένα γλείψιμο η μικρή… θανατηφόρο!
Η Νίκη είχε δίκιο! Πάντα το παιζα βίαιος, άγριος, σκληρός! Έτσι μου μάθανε από μικρό παιδί… δε φταίω ρε γαμώ το…
Καθόμουν πάντα στο πάτωμα. Με μαχαιρωμένο κορμί, μαχαιρωμένη ζωή, μαχαιρωμένο εγωισμό…
Ήμουν πάλι λιάρδα απόψε… Ξεκίνησα για το σπίτι μου, αλλά γρήγορα άλλαξα γνώμη. Έπιασα τον εαυτό μου να γουστάρει πήδημα αλλά όχι στις πουτάνες… ήθελε κάτι πιο τρυφερό!
Με τη Νίκη είχα τσακωθεί πριν 20 μέρες. Από τότε δεν είχαμε ξαναμιλήσει. Αλλά και δεν είχαμε χωρίσει οριστικά. Τέλος πάντων… κι αυτή θα είχε ανάγκη απόψε από ένα πήδημα…
Έκανα παράνομη αναστροφή στη λεωφόρο και σε λίγα λεπτά ήμουν έξω από το σπίτι της. Το αμάξι της ήταν παρκαρισμένο στο δρόμο. Ήξερα πως ήταν μέσα….
Παραπατώντας κάπως ανέβηκα κάτι σκαλιά και χτύπησα την πόρτα.
- Ποιος;
- Εγώ αγάπη, άνοιξε, σε θέλω…
- Όχι δεν σ’ ανοίγω, είσαι μεθυσμένος, φύγε..
Εντάξει, δεν είμαι και κανένα υπάκουo παιδάκι… Άρχιζα να χτυπάω με δύναμη την πόρτα και να ουρλιάζω σα δαιμονισμένος. Σίγουρα θα την είχα σπάσει αν δεν άκουγα την κλειδαριά ν’ ανοίγει.
Μπουκάρω μέσα τσαμπουκαλεμένος.
- Γιατί δεν άνοιγες μωρή;
- Δε … δε … σε περίμενα…
- Γαμώ το διάολό μου… με άφησες και ούρλιαζα κι έγινα ρεζίλι στους γειτόνους…
- Ξέρεις … δεν είμαι μόνη σπίτι… έχω παρέα!
- Όπα μας!
- ….
- Τι είπες μωρή πουτάνα, μωρή ξέψωλη, θα σε σκίσω… με απατάς;
Κοιτάζω μέσα στην κρεβατοκάμαρα. Πίσω απ’ την τζαμένια πόρτα φαινόταν μια σκιά. Δεν έβγαινε έξω η παλιόκοτα…
- Ρε μάγκα, πού ρθες να γαμήσεις τη γυναίκα μου, για έβγα έξω να τα πούμε… οι δυο μας… αντρίκια!
Τίποτα… κότα! Το παιζε μουγκός…
Κάνω να μπουκάρω. Η Νίκη προσπάθησε να με συγκρατήσει.
- Όχι, μη μπεις, δεν κάνει…
Τη σπρώχνω μακριά…
- Βγες έξω ρε, αν είσαι άντρας!
Για να μην αντιδρά, σκέφθηκα, θα ναι καμιά κότα και θα τον λιανίσω εύκολα! Αν είναι όμως κανείς απ’ τους πρώην γκόμενους της Νίκης, κάνας αλητόβιος ή σωματέμπορος και περιμένει να μπω μέσα και να μου ρίξει λεπιδιά να μου χυθούνε τ’ άντερα;
Φουσκώνω επίτηδες το δερμάτινο μπουφάν (να με προστατέψει απ’ το μαχαίρωμα) και μπαίνω στην κρεβατοκάμαρα σαν τρελός…
- Πούστη, θα πεθάνεις!
Και μπαίνω μέσα και τι βλέπω μάγκες μου… Στο Θεό σας… Κόντεψα να πάθω εγκεφαλικό… μαρμάρωσα… στεκόμουν και κοιτούσα σα χάνος… δεν πίστευα στα μάτια μου…
Βλέπω ένα κοριτσόπουλο, μελαχρινό, λεπτούλι, σαν τα κρύα τα νερά, κατσαρομάλλικο, γλυκό, δυο μάτια λίμνες «μη με χτυπήσετε», να χει διπλωθεί στο κρεβάτι και να κλαίει τρέμοντας!
Πήγα από πάνω της αγριεμένος.
- Ρε πουτανάκι… ρε παλιολέσβω … που πλακώνεσαι με τη γυναίκα μου… δεν ντρέπεσαι;
- Σας παρακαλώ, μη μου κάνετε κακό! Και δώστου κλάμα…
Μπανίζω το κορμάκι, νεραϊδένιο! Μπανίζω το μουνάκι, γάλακτος! Θολώνω! Τη βλέπω κάπως κτηνώδικα! Να το σκίσω το αγγελούδι! Τον βγάζω έξω, το βλέπει, πάει να φύγει… Την καθηλώνω με τη δύναμή μου, σπρώχνω, προσπαθώ, αντιστέκεται με λύσσα! Της ανοίγω τα μπούτια…
Πάνω στην πάλη νιώθω κάτι σαν τσίμπημα στην πλάτη, σαν τσούξιμο… Δε δίνω σημασία, μα ο πόνος δυναμώνει! Γυρνάω και τι να δω… Τη Νίκη! Είχε αρπάξει το χασαπομάχαιρο, το μάτι της γυάλιζε!
- Πούστη, αν την πειράξεις σ’ έσφαξα, στ’ ορκίζομαι!
Το παίρνω αψήφιστα. Πάω να συνεχίσω… Χραπ, τρώω τη μαχαιριά στην πλάτη… χραπ… τρώω και τη δεύτερη στον ώμο! Ουρλιάζω… πετάγομαι απ’ το κρεβάτι.
- Πούστη, θα σε σφάξω… στό πα!
- Εντάξει… δεν θα την αγγίξω… άσε το μαχαίρι Νίκη…
Οι πληγές δεν ήταν βαθιές. Τις έσφιξα με το πουκάμισο και το αίμα σταμάτησε. Εξουθενωμένος ξάπλωσα στο πάτωμα.
Η Νίκη είχε πάρει την μικρή αγκαλιά… ξαπλώσανε… το μωρό να σπαρταρά σα χέλι.
- Μην κάνεις έτσι αγάπη μου… ο κάφρος δεν θα σε πειράξει…
Και τη χάιδευε, τη φίλαγε, της έλεγε ερωτόλογα, τη στόλιζε φιλιά παντού…
Ήταν τόσο ωραίο αγκάλιασμα, που ζήλεψα πολύ! Είχε μέσα τόση γλύκα, τόση στοργή και τρυφεράδα … δε φαντάζεστε. Την άγγιζε σα να χάιδευε τριαντάφυλλο, σα να γλύκαινε μωρό! Δεν ήταν μόνο ερωτικό άγγιγμα, ήταν τόσο ζεστό κι αληθινό… τόσο ανθρώπινο…
Κι εγώ καθόμουν και τις χάζευα… Πρώτη φορά έβλεπα τη Νίκη σε τέτοια έξαψη.
- Έλα μωρό μου, χάιδεψέ με! Δείξε πώς είναι η αληθινή αγάπη στο γουρούνι που ξέρει μόνο να λέει «γλείψε με, κάτσε να στον βάλω, γύρνα, θέλω κι άλλο…»!
Και της ρίχνει ένα γλείψιμο η μικρή… θανατηφόρο!
Η Νίκη είχε δίκιο! Πάντα το παιζα βίαιος, άγριος, σκληρός! Έτσι μου μάθανε από μικρό παιδί… δε φταίω ρε γαμώ το…
Καθόμουν πάντα στο πάτωμα. Με μαχαιρωμένο κορμί, μαχαιρωμένη ζωή, μαχαιρωμένο εγωισμό…
Πέμπτη, Φεβρουαρίου 1
To "Ιφιγένεια"...
Ήταν κατακαλόκαιρο και τα φεριμπότ πηγαινοέρχονταν ασταμάτητα. Οι αργόσχολοι στο λιμάνι τα παρακολουθούσαν με τις ώρες: ο "Νικόλας", η "Βαγγελιώ", ο "Άγιος Δημήτριος", η "Ιφιγένεια", η "Έλενα"...
Οι πιτσιρικάδες κάθονταν στην ακρογιαλιά, έπαιζαν ρακέτες και στοιχημάτιζαν μέχρι αργά το απόγευμα:
- Ποιο είν αυτό που μόλις ξεκίνησε;
- Το "Έλενα"!
- Όχι ρε μαλάκα, ο "Νικολάκης"... ένα μηδέν!
Το δρομολόγιο για την απέναντι ακτή κρατούσε το πολύ 11 λεπτά! Οι μόνιμοι κάτοικοι είχαν τόσο εξασκηθεί που αναγνώριζαν τα φεριμπότ από μίλια μακριά! Μόλις ξεκινούσαν από απέναντι.
Περασμένα μεσάνυχτα και είχαμε μείνει τελευταίοι και μόνοι στις καρέκλες του παραλιακού κέντρου. Παραγγήλαμε το τελευταίο καραφάκι κι αρχίζαμε να στρίβουμε το τελευταίο τσιγάρο. Είχαμε γνωριστεί πριν λίγες ώρες...
Από απέναντι ξεκινούσε το τελευταίο φεριμπότ της ημέρας.
- Ποιο είναι; τη ρώτησα.
- Τι χάνεις αν το βρω; μου είπε.
- Ρώτα με αλλιώς, της είπα.
- Πώς αλλιώς;
- Ρώτα "τι κερδίζω αν το βρω;".
- Εντάξει... τι κερδίζω;
Είχαμε πιεί πολλά ούζα κι ήταν ακόμη πολύ καλοκαίρι... Στο τέλος κάθε φράσης γελάγαμε χωρίς λόγο...
- Τι κερδίζω ρε παιδί μου; έκανε εκνευρισμένη.
- Κερδίζεις να γαμιόμαστε όση ώρα κάνει νά ρθει ως εδώ...
Εκείνη απλώς είπε ... "Ιφιγένεια"!
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


